Σας έχει συμβεί ποτέ να διαβάζετε ένα βιβλίο και ενώ το βιβλίο αυτό δεν είναι καθόλου δύσκολο από άποψη κατανόησης ή γραφής και επιπλέον, είναι απολαυστικότατο, εσείς να μην μπορείτε να το προχωρήσετε με το ρυθμό που θα περιμένατε γιατί οι σελίδες που κάθε φορά τελειώνετε ξεσηκώνουν μέσα σας 1000 ακόμα σκέψεις και 2000 παρορμήσεις που δεν σας αφήνουν να συγκεντρωθείτε και να παρακολουθήσετε τη συνέχεια;
Αυτό ακριβώς έπαθα εγώ με το φρεσκο-κυκλοφόρητο βιβλίο του Απόστολου Λυκεσά, «Το Τσίρκο των Ψύλλων».
Υπήρχαν κεφάλαια ή σελίδες που τις τελείωνα και αναγκαστικά σταματούσα. Έπρεπε να το αφήσω, να κάνω καναδυό γυροβολιές μέσα στο σπίτι, να κατέβει η ταραχή από το λαιμό στο στομάχι, να ‘ρθει και να καθίσει το πράγμα, για να πάω παρακάτω.
Χαρακτηριστική και ξεκάθαρη είναι η αναφορά του συγγραφέα στην πόλη μας και τους πολίτες της, την οποία ζωγραφίζει με απόλυτη ακρίβεια, με μοναδική προσωπική του παρέμβαση στο όνομά της. Αποφασίζει και την ξαναβαφτίζει, πολύ πετυχημένα, κατά τη γνώμη μου, δεν λέω πώς, ανακαλύψτε το μόνοι σας:-)
Πίσω όμως από την πόλη, από το πώς αυτή έχει καταντήσει και από το ποιοι ευθύνονται για την κατάντια αυτή, το βιβλίο, όπως το είδα εγώ, μιλάει για ένα σωρό πράγματα.
Για την απληστία, για το πώς κάποιοι βρεθήκαν ξαφνικά με «προίκα», για την αδιαφορία, την απάθεια, την «αμεριμνησία» και τα παρεπόμενά της στο άτομο και το σύνολο, για την δουλοπρέπεια με την οποία συμπεριφερόμαστε, χαρίζοντας αφελέστατα σε «αφέντες» ό,τι με κόπο φτιάχνουμε μόνοι μας, υποθηκεύοντας έτσι τις ίδιες τις ζωές μας, για την πλασματική ασφάλεια που νιώθουμε κλεισμένοι στα σπίτια μας και που δεν είναι παρά μια αυταπάτη.
Μιλάει όμως και για την ακεραιότητα του ανθρώπου και τον αγώνα του για την διασφάλισή της, για την διατήρηση αξιών που κάποιοι προσπαθούν να τις υποτιμήσουν κολλώντας τους την γνωστή ταμπελίτσα: «παρωχημένες»,
για «τρύπια συνθήματα» και για έναν άλλον κώδικα τιμής, αντρίκιο, που διαθέτουν άνθρωποι που αυτή η «πολιτισμένη» κοινωνία τους κρατά στο περιθώριο.
Όμως το βιβλίο δεν είναι δοκίμιο. Είναι ένα υπέροχο λογοτεχνικό βιβλίο, ένα μυθιστόρημα, που έχει δράση, έχει αγωνία, έχει προβληματισμό και ιδέες, κρύβει εκπλήξεις, κρύβει απανωτές κορυφώσεις, διαθέτει φαντασία και προσφέρει άφθονο γέλιο!
Παρελαύνουν περήφανα μέσα του οι αρχές της πόλεις, εντολοδόχοι της θρησκείας, όργανα της τάξης, δικηγόροι, απαθείς πολίτες, Ιταλική μαφία, περήφανοι Ρομ…
Μπλέκονται, φανταστικά κι ευφάνταστα, τα μοναστήρια, η αρχαία κληρονομιά, οι άθλιοι καταυλισμοί των τσιγγάνων και βέβαια, σε εξέχουσα θέση, το πιο «όμορφο» κτίριο της πόλης, προσφάτως υψωμένο κι απλωμένο. Μόνο που του λείπει μάλλον λίγο χρώμα;). Προσφορά με το βιβλίο αυτό λοιπόν, μερικές πινελιές:-)
Τελικά, είτε ευθέως είτε ρίχνοντας μικρά μικρά καρφάκια, καταλήγει να «τα χώνει» παντού, δίχως όμως κανένα ίχνος υπεροψίας. Αντίθετα, πρόκειται για ένα βιβλίο εντυπωσιακής τρυφερότητας και οργής.
Απολαυστικότατος και «προσωπικός» είναι και ο τρόπος γραφής, τόσο από άποψη λόγου όσο και από άποψη δομής. Οι δύο ιδιότητες του συγγραφέα –αυτή του δημοσιογράφου και αυτή του λογοτέχνη- δένονται αρμονικά και δίνουν το προσωπικό του στίγμα. Ποιητικό -αλλά όχι αδέσποτα λυρικό- όπου το συναίσθημα το απαιτεί, στεγνό και «καταγραφικό», όπου η εξιστόρηση των συμβάντων το επιβάλλει. Απόλυτα ισορροπημένο και ταυτόχρονα πρωτότυπο (για τα σύγχρονα τουλάχιστον ελληνικά δεδομένα, απ’ όσο τα γνωρίζω εγώ).
Τέλος, για μένα, το βιβλίο αυτό είναι ένα βιβλίο δικαίωσης σε πολλά πράγματα που σκέφτομαι και νιώθω (και φαντάζομαι και άλλοι γύρω μας). Δικαίωσης! Όχι εκτόνωσης. Έχει σημασία η λέξη. Γιατί στις μέρες μας, ό,τι δεν μπορούν να το καταπνίξουν επιχειρούν να το εκτονώσουν για να περάσει πιο ομαλά κι ανώδυνα. Όμως το βιβλίο αυτό φορτίζει μπαταρίες. Δεν τις αδειάζει.
Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα λιγάκι «επικίνδυνο», μάλλον «ενοχλητικό» βιβλίο, για τους διαχειριστές της πόλης (και οποιασδήποτε πόλης), αλλά και για τους «χαλαρούς» πολίτες της.
Ενοχλητικό, γι’ αυτό και σημαντικό.
Λέω λοιπόν, μαζί με τα συγχαρητήριά μου για το υπέροχο προαναφερθέν κτίριο, να στείλω στον άρχοντα της πόλης
και το βιβλίο αυτό δωράκι.
Κι εγώ η ίδια, να το ‘χω πάντα κάπου δίπλα μου για να κοιτάζω το επίσης πανέμορφο εξώφυλλό του.
Αποσπάσματα πολλά δεν παραθέτω, πρώτον γιατί κάποιοι που το ‘χουν ήδη στα χέρια τους και το διαβάζουν μου ζητήσανε να μην το κάνω και δεύτερον γιατί έχω υπογραμμίσει τουλάχιστον το μισό βιβλίο! Μόνο ένα, που βρίσκεται στις τρεις πρώτες σελίδες και σήμανε αμέσως τον συναγερμό που προοιώνιζε ότι εμένα αυτό το βιβλίο θα μου αρέσει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ!:
“Ο Κύρος Λαύρος έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό. Δεν απαιτεί τίποτε από τους άλλους…Αυτή η ιδιότυπη «νευρική ανορεξία πλεονεξίας» ακούγεται ως προσόν…Όμως από παλιά δεν είχε θετικές συνέπειες για όσους διάβηκαν μ’ αυτή την αρχή στη ζωή τους. Το πλεονέκτημα της αυτονομίας και της συνεπακόλουθης ανεξαρτησίας δεν αναγνωρίζεται πάντα και απ’ όλους ως προτέρημα…Ο Κύρος Λαύρος τα γνωρίζει όλα τούτα. Αλλά επειδή ο μοναδικός του μεγάλος συμβιβασμός μέχρι τώρα είναι αυτός που έχει κάνει με τον εαυτό του, αλίμονο σ’ εκείνους οι οποίοι θα υποστούν όσα είχαν σκεφτεί να του κάνουν. Διότι αν κάτι δεν ξέρει ο Κύρος για τον εαυτό του και είναι αργά πλέον να το μάθει είναι τα όρια της ανοχής του που συνορεύουν με τις εκρήξεις βιαιότητας…”
Εκρηκτικό ξεκίνημα κατά τη γνώμη μου. Πολύ καλύτερη η συνέχεια. Αγαπημένο μου κεφάλαιο: «Τα Τρύπια Συνθήματα».
Καλή ανάγνωση!
…Αν δεν το καταλάβατε, ενθουσιάστηκα!
Το βιβλίο του Απόστολου Λυκεσά «Το Τσίρκο των Ψύλλων» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
Ήταν η δεύτερη φορά που το διάβαζα και το ξεκίνησα με μια όχι και τόσο ευχάριστη αφορμή. Χαίρομαι όμως πάρα πολύ που το έκανα. Το βιβλίο δεν το θυμόμουνα ολόκληρο, θυμόμουνα όμως το βασικό του στόρι και τον απίστευτα εγωπαθή, εγωκεντρικό και ματαιόδοξο ήρωά του. Γι’ ακόμη μια φορά, τελειώνοντάς το, κατάλαβα γιατί μερικοί συγγραφείς χαρακτηρίστηκαν κλασικοί. Όταν ένα βιβλίο σπάει τα χρονικά και γεωγραφικά όρια και φτάνει να αφορά τους πάντες και πάντα και ταυτόχρονα είναι τόσο γενναιόδωρο σε λογοτεχνική απόλαυση, ανάγεται αυτόματα σε ένα άλλο λογοτεχνικό επίπεδο. Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι είναι ένα πολύ γεμάτο βιβλίο. Πολύ πλούσιο, αλλά καθόλου βαρύ. Πιάνει θέματα που αφορούν από το εντελώς προσωπικό/ατομικό - ανθρώπινους χαρακτήρες, συμπεριφορές, συναισθήματα κλπ – μέχρι ζητήματα κοινωνικά, θρησκευτικά, πατριωτικά, ταξικά. Σε πρώτο πλάνο μιλάει για τη ματαιοδοξία, αλλά πάνω της και γύρω της, ο συγγραφέας, κεντάει το ήθος, την διαφθορά, την πίστη –σε αντιδιαστολή με την θρησκεία-, την πατρίδα, την εθνικότητα. Όλα αυτά τα “ιερά” και “όσια”, τα εξ’ ορισμού αδιαμφισβήτητα, τα πιάνει, τα συνθλίβει, τα διαλύει, τα αποσυνθέτει και τα ανασυνθέτει και φτου κι απ’ την αρχή. Χωρίς να ηθικολογήσει πουθενά, χωρίς να σε κατευθύνει ή έστω να σε προσανατολίσει. Πρόκειται για ένα θρίλερ, όχι τόσο του ίδιου του Ντόριαν, αλλά περισσότερο του αναγνώστη. Πιο πολύ, μοιάζει να θέλει να σε ταράξει. Ακόμη και να σε σοκάρει . Να σε ταρακουνήσει, σπέρνοντας μέσα σου την αμφιβολία, την αμφισβήτηση, τον προβληματισμό για όλα αυτά που μέχρι τώρα θεωρούσες δεδομένα. Μια αμφισβήτηση που γίνεται εντονότερη με την πάροδο του αρχικού σοκ. Είναι αυτό που πολύ συχνά λέμε μετά το τέλος ενός βιβλίου: “αυτό που μένει”.
“- Και τι γνώμη έχεις για την Τέχνη; - Είναι μια αρρώστια. - Ο Έρωτας; - Μια αυταπάτη. - Η θρησκεία; - Υποκατάστατο της πίστης, πολύ της μόδας σήμερα.’
“Τα νιάτα! Δεν υπάρχει τίποτα ισάξιο με τα νιάτα. Είναι ηλίθιο να μιλάμε για την άγνοια της νιότης. Οι μόνοι άνθρωποι που εκτιμώ τη γνώμη τους τώρα είναι οι πολύ νεότεροί μου. Έχω την εντύπωση πως βρίσκονται πολύ πιο μπροστά από μένα. Η ζωή τους έχει αποκαλύψει το τελευταίο της θαύμα. Όσο για τους ηλικιωμένους, διαφωνώ πάντα μαζί τους. Είναι για μένα ζήτημα αρχής. Αν ρωτήσεις τη γνώμη τους για κάτι που έγινε χτες, σ’ εφοδιάζουν, μ’ όλη τη δυνατή σοβαρότητα, με τις απόψεις που επικρατούσαν στα 1820, όταν ο κόσμος φορούσε ψηλά κολάρα, πίστευε στο καθετί και δεν ήξερε απολύτως τίποτα.”
Το θέμα βέβαια που χρησιμοποιεί για να πει όλ’ αυτά, και που, στις μέρες μας τουλάχιστον, όλοι συνηθίζουμε να δείχνουμε υπεράνω και ότι πρόκειται για κάτι ρηχό που εμείς, ως άνθρωποι καλλιεργημένοι δεν του δίνουμε και τόση σημασία, αλλά κοιτάμε δήθεν πάντα πράγματα βαθύτερα στους ανθρώπους και πιο ουσιαστικά, και είμαστε τελικά όλοι ψεύτες, είναι η εξωτερική ομορφιά και η βαρβαρότητά της. Πόση και τι επίδραση έχει ένας όμορφος εξωτερικά άνθρωπος πάνω μας; Γιατί τον συμπαθούμε πολύ πιο εύκολα κάποιον που μας χαμογελάει όμορφα; Γιατί τον προσέχουμε περισσότερο; Γιατί τον πιστεύουμε περισσότερο; Γιατί συμφωνούμε, δεχόμαστε ή και καθοδηγούμαστε, ανάλογα με τα δικά του πιστεύω και τις διαθέσεις του; Αν μάλιστα, η ομορφιά και η επίδρασή της είναι ένα στοιχείο που αυτός που το έχει, το ‘χει καλλιεργήσει κι έχει μάθει να το χρησιμοποιεί και να το εκμεταλλεύεται όπως θέλει, τότε, με μόνο αυτό το ταλέντο, ανοίγονται μπροστά του πόρτες που σε αντίθετη περίπτωση δεν θα του ανοίγονταν ποτέ. Μπορεί να κάνει πράγματα απίθανα χωρίς κανένα άλλο προσόν.
“Μα η ομορφιά, η πραγματική ομορφιά, τελειώνει εκεί που αρχίζει η πνευματική φυσιογνωμία. Το πνεύμα είναι αυτό καθαυτό ένα είδος υπερβολής και καταστρέφει την αρμονία κάθε προσώπου. Απ’ τη στιγμή που θα κάτσεις κάτω να σκεφτείς, το πρόσωπό σου γίνεται όλο μέτωπο ή μύτη ή ό,τι άλλο – πάντα φριχτό.”
Μέχρι πού όμως μπορεί να φτάσει; Ποια είναι τα όρια αντοχής αυτής της ματαιοδοξίας; Και ποια τα παρεπόμενά της;
“Δεν θα ‘πρεπε να κάνουμε ποτέ τίποτα που να μην μπορούμε να το συζητήσουμε μετά το δείπνο.”
Λοβέρδος: “Η κατάργηση των μορφών ελαστικής εργασίας και αδύνατη είναι και δεν μας εκφράζει.Γιατί υπάρχουν ανάγκες γι’ αυτή τη μορφή απασχόλησης, εδώ κι εκεί, στο χώρο των κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων.”
Ok. Ευχή δική μου: Και στα παιδάκια σου Λοβέρδο μου (αν έχεις). Στο κεφαλάκι τους η ελαστική εργασία και άμεσα μάλιστα, αφού αυτή είναι η μορφή απασχόλησης που σας εκφράζει.
Σχόλιο: Η “απασχόληση”, φαίνεται, έφυγε μόνο από την διατύπωση του Υπουργείου Εργασίας, όχι όμως και από το λεξιλόγιό τους, πολύ δε περισσότερο από τα σχέδια μες στο μυαλό τους.
Λοβέρδος 2: “Το δικαίωμα στην εργασία είναι μια καλή διατύπωση. Ορισμένοι μάλιστα, λένε κι ότι απορρέει από το Σύνταγμα της χώρας. Είναι μια καλή διατύπωση. Στην πράξη όμως, στην καθημερινότητα όμως, έχεις άλλου είδους ανάγκες.”!!!?
Σχόλιοcopy από την Ελληνοφρένεια: “Kι όπως πολύ σωστά είπε ο Υπουργός Εργασίας, ΚΑΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΛΛΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΕΣ”.
Όσο να πεις, ο Σοσιαλισμός είναι πλέον γεγονός.
Ναι στην ελαστική εργασία! Είναι η κατεξοχήν μορφή απασχόλησης με κοινωνικό πρόσωπο.
Κι όσο για το “δικαίωμα στην εργασία”, είναι απλά μια διατύπωση. Οι ανάγκες μας όμως είναι άλλες.
“…Η πόλη που έχεις εσύ δεν είναι αυτή που έχουν οι άλλοι.
Η δικιά σου πόλη, η πόλη του καθενός, έχει τις κολόνες του φωτισμού στο λάθος σημείο και είναι γεμάτη σκιές εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν…
…Ίσως η προσωπική πόλη του καθενός να έχει ομοιότητες με τις άλλες. Η αθλιότητα, η ανεργία, η αδιαντροπιά της εξουσίας που ψεύδεται ηλεκτρονικά, η τιμή της βενζίνης, το μαύρο σύννεφο που ταξιδεύει από βορειοδυτικά προς νοτιοδυτικά, η κακοκεφιά των γειτόνων του πέμπτου, η στάνταρ γεύση των χάμπουργκερ στα φαστφουντάδικα, η ακαριαία αντίδραση της καθαρίστριας όταν μια λάμπα κινείται απρόβλεπτα και αναγγέλλει το σεισμό.
Όλα αυτά όμως είναι διακόσμηση.
Ζούμε σε διαφορετικές πόλεις, που είναι κατασκευασμένεςμε υλικά τις καταχρήσεις εξουσίας και το φόβο, τη διαφθορά και τη διαρκή απειλή της ζούγκλας που, κρυμμένη στα πρόσωπα του συστήματος, ξεπροβάλλει κάθε τόσο για να μας υπενθυμίζει ότι είμαστε εύθραυστοι, ότι είμαστε μόνοι, ότι μια μέρα θα γίνουμε λίπασμα για τα ραδίκια.
Ή ότι μια μέρα όλα πρέπει να παιχτούν κορόνα-γράμματα, στυλ ουέστερν, ή να κριθούν σε μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο: ΑΥΤΟΙ Ή ΕΜΕΙΣ…”
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του PacoIgnacioTaiboII, “Στην Ίδια Πόλη Υπό Βροχή”.
Εγώ αυτά θα ήθελα να πω με αφορμή την ημέρα του Πολυτεχνείου, δια στόματος του συγγραφέα. Γιατί για μένα, το Πολυτεχνείο δεν είναι μνημόσυνο, αλλά κάλεσμα για Δημοκρατία κι Ελευθερία. Και γιατί στο παραπάνω απόσπασμα αναγνωρίζω τον φασισμό που ζούμε κι εμείς (και που τον ονομάζουνε Δημοκρατία).
Κι ίσως τελικά η λύση να μπορεί να δοθεί όντως μόνο “σε μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο: ΑΥΤΟΙ Ή ΕΜΕΙΣ”!
Θέλω να μελαγχολήσω μα ο καιρός δε μου κάνει τη χάρη. Πάλι ήλιος σήμερα. Θέλω ν’ απομονωθώ λιγάκι μα δε μ’ αφήνουνε οι φίλοι. Με προσκαλούνε για καφέ και κουβεντούλα. Θέλω να επιστρέψω στο παρελθόν Και να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου με κάτι μαύρες τρύπες Όμως πολλά τα γεννητούρια τελευταία και δε μου μένει χρόνος Το μέλλον με τραβολογάει από το χέρι.
"Πώς μπορείς να βγάλεις χρήματα από τη δυστυχία των άλλων; Διοργανώνεις ένα μείγμα καλλιστείων και παιχνιδιού «ριάλιτι» μεταξύ αστέγων και λες ότι θέλεις με τον τρόπο αυτό να... προσελκύσεις την προσοχή στην τύχη αυτών των ανθρώπων. Η 58χρονη Τερέζ Φαν Μπελ κέρδισε στο Βέλγιο τον τίτλο της... Μις Άστεγη. Μαζί με τον τίτλο, κέρδισε έναν χρόνο δωρεάν διαμονής σ΄ ένα σπίτι. Η Τερέζ, η οποία ζει στον δρόμο στην ευρύτερη περιοχή των Βρυξελλών, και εννέα άλλες άστεγες γυναίκες πήραν μέρος στην εκπομπή, στη διάρκεια της οποίας υποτίθεται ότι θα εκπαιδεύονταν με στόχο να μπορέσουν να βρουν μια σταθερή δουλειά. Μία από τους διοργανωτές, η Αλίν Ντιπορτάιγ, πρώην Μις Βέλγιο (κανονική αυτή), εξήγησε ότι αυτός ο διαγωνισμός για τη Μις Άστεγη «δεν ήταν διαγωνισμός ομορφιάς, αλλά είχε στόχο να δείξει ότι οι γυναίκες που βρίσκονται στον δρόμο μπορούν να ξεφύγουν απ΄ αυτή την τύχη τους».
Κυρίως όμως, η εκπομπή έπρεπε να έχει θεαματικότητα. Έτσι το «κάστινγκ» των άστεγων γυναικών ήταν μελετημένο και αυστηρό. Υπήρχε μια φωνακλού, μια άλλη πονηρούλα και εξαιρετική στους λογαριασμούς, μια άλλη που δεν σταματούσε τις πλάκες, μια που ήταν πολύ πλούσια στο παρελθόν όμως γνώρισε τη δυστυχία. Τις έβαζαν να λένε στους κριτές πράγματα όπως «αυτή είναι η ωραιότερη ημέρα της ζωής μου» ή «έχω ζήσει στον δρόμο και έχω το δικαίωμα να βάλω μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου», «αν αποκτήσω αυτό το σπίτι θα μπορώ να ξαναδώ το παιδί μου», «τώρα ανεβαίνω την πλαγιά». Οι γυναίκες εκπαιδεύτηκαν, πριν από τα «καλλιστεία», να περπατούν ίσια, με ψηλά το κεφάλι, κάτι που είχαν ξεχάσει τον καιρό που έζησαν στον δρόμο. Και κάθε εβδομάδα, δύο απ΄ αυτές ήταν «προτεινόμενες» και η μία καταψηφιζόταν από τους κριτές και τους τηλεθεατές. Οι άλλες την έβλεπαν να φεύγει, τη γέμιζαν φιλιά λέγοντάς της ότι είναι άδικο, ότι λυπούνται, τρέμοντας μήπως ακολουθήσουν οι ίδιες. Παιχνιδάκι, είπαν οι διοργανωτές, σε σύγκριση με όσα οι γυναίκες αυτές είχαν ζήσει στην πραγματική τους ζωή... Όμως ο εξευτελισμός δεν είναι παιχνίδι. Οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών και ενώσεις αρωγής προς τους αστέγους κατήγγειλαν τα «καλλιστεία» αυτά χαρακτηρίζοντάς τα από «άτοπα» μέχρι «απολύτως οικτρά», χωρίς σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. «Είμαι εξοργισμένη. Οι γυναίκες αυτές μετατράπηκαν σε μαριονέτες παρωδώντας την ίδια τη ζωή τους», δήλωσε η ακτιβίστρια Ζακλίν Ωμπενά. «Αυτή που θα κερδίσει θα έχει μια κατοικία για έναν χρόνο, και ύστερα;» ρώτησε ένας κοινωνικός λειτουργός. Άλλοι συνέκριναν τον διαγωνισμό μ΄ ένα κακόγουστο «Star Αcademy». Όμως στο «Star Αcademy» οι «προτεινόμενοι» φεύγουν από το στούντιο και επιστρέφουν στο σπίτι τους, στην οικογένειά τους, στο σπίτι τους. Στην... «Ακαδημία των Αστέγων», οι άστεγες επέστρεφαν κι αυτές στο σπίτι τους, στον δρόμο." (πηγή: Τα ΝΕΑ on Line, Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009)
Στο υπέροχο Βέλγιο. Στο κέντρο των αποφάσεων όλων των θεμάτων των σύγχρονων εξελιγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Περήφανη κι εγώ που είμαι εκσυγχρονισμένη Ευρωπαία!
!!! Δηλαδή…όχι απλά ο πάτος έχει απόπατο. Αλλά κι ο απόπατος έχει άλλον απόπατο κι αναρωτιέμαι πού τελειώνουν οι απόπατοι τελικά!
Υπέροχο;!
Πάντως, αλήθεια θα είχε πλάκα να κάνω μια τέτοια αίτηση, έστω και μόνο για να δω τις φάτσες αυτών που θα την πάρουν για να την πρωτοκολλήσουν!
Εδώ που φτάσαμε!... Θα το σκεφτώ σοβαρά...
Χαχαχα!
Αποφασίσαμε, για την επόμενη συνάντηση στην Λέσχη Ανάγνωσης, να διαβάσουμε τα βιβλία “Ο Ξένος” ή “Η Πανούκλα” του Καμύ. Εγώ επέλεξα αρχικά τον Ξένο, τον οποίο όμως διάβασα μέσα σε λίγες μόνο ώρες, καθώς μου ήτανε αδύνατον να τον αφήσω από τα χέρια μου! Πραγματικά, τον λάτρεψα!
Είχα πολύ καιρό να αισθανθώ έτσι με ένα βιβλίο.
Τον ήρωά του τον ερωτεύτηκα στην κυριολεξία.
Και με το που το τελείωσα, ήθελα να το ξαναπιάσω απ’ την αρχή. Έχω ήδη γράψει τις εντυπώσεις μου πρόχειρα σ’ ένα τετράδιο αλλά σκέφτομαι να τις ολοκληρώσω μετά την δεύτερη ανάγνωση. Το βιβλίο μου άρεσε τόσο πολύ που δεν θέλω καν να το συζητήσω! Το νιώθω κάτι σαν προσωπική υπόθεση.
Στο μεταξύ, διαβάζω και την Πανούκλα. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ σε μία ανάλογη πιθανή συγκίνηση. Και δεν έπεσα έξω. Λίγο πριν το τέλος και με συγκλονίζει εξίσου! Υπογραμμίζω συνέχεια κι η καρδιά μου αυξάνει τον ρυθμό της σε κάθε γραμμή.
Είχα αρχίσει να ξεχνάω πως η λογοτεχνία επιτελεί κι αυτή την λειτουργία. Συγκινεί, συγκλονίζει, ενθουσιάζει.
Είχα αρχίσει να συνηθίζω στο να απαιτώ λιγότερα και να περιορίζομαι σε πράγματα που μπορώ να συζητήσω.
Με λίγα λόγια, τα τελευταία βιβλία που διάβασα, αν και καλά, μειώσανε τις προσδοκίες μου.
Και να που ήρθε ο Καμύ να μου θυμίσει, με τον καλύτερο τρόπο, ότι η λογοτεχνία είναι και ιδέες, είναι και τέχνη, είναι και απόλαυση! Ξαναπιάνω επιτέλους, μετά από χρόνια, τον εαυτό μου να βρίσκεται κάπου έξω ή ν’ ασχολείται με κάτι άλλο και να αδημονεί να επιστρέψει πίσω, να συνεχίσει το βιβλίο. Να καρδιοχτυπά κρατώντας το στα χέρια του. Να του κόβεται η ανάσα καθώς διαβάζει, όπως “πνίγεται” κανείς όταν τρώει λαίμαργα. Να θέλει να το φτάσει γρήγορα ως το τέλος και ταυτόχρονα, να εύχεται να μην τελειώσει ποτέ!
Ξέρω ότι θα ακουστώ υπερβολική (ως συνήθως;-)) αλλά, αυτή τη στιγμή, σκέφτομαι ότι είμαι τυχερή που ζω, γιατί έτσι μπόρεσα να διαβάσω και Καμύ!!! (Κι ας άργησα…)
Η Πανούκλα δε, περιγράφει τη ζωή μας όπως είναι ακριβώς! Πιο πιστά δεν γίνεται. Και την έγραψε 60 χρόνια και, πριν! Αναρωτιέμαι τι παραπάνω θα έγραφε αν ζούσε τώρα.
Επίσης, αναρωτιέμαι αυτό που αναρωτιέμαι πάντα όταν διαβάζω βιβλία σαν κι αυτά:
Πώς είναι δυνατόν, αφού όλα αυτά γραφτήκανε, έχουν ειπωθεί κι είχαν και έχουνε ευρεία απήχηση και παραδοχή, να μην μπορέσανε να επηρεάσουνε σημαντικά την ιστορία της ανθρωπότητας και την πορεία της! Εδώ, η απάντηση είναι ίσως ακριβώς η ίδια η Πανούκλα. Μόνο όταν οι άνθρωποι αισθάνονται την ίδια την πανούκλα πάνω τους ΙΣΩΣ να συγκινηθούν ή να ταραχτούν λιγάκι. Το να την διαβάσουν ή να την ακούσουν μόνο, προφανώς, δεν είναι αρκετό να τους πτοήσει στο ελάχιστο. Ακόμη και αν την πιστέψουνε θεωρητικά.
Ωραίοι! Ωραίοι! Ποιος νίκησε; Ποιος ήταν περισσότερο star; Αχ τι τραβάμε! Κοίτα να δεις που, δεν ξέρω γιατί, μες στο μυαλό μου γύριζε και ξαναγύριζε συνέχεια μια λίστα ερωτήσεις σε μορφή mp3. Έβλεπα τις φάτσες τους, ειδικά αυτών των δύο, έβλεπα τις φάτσες των δημοσιογράφων, φανταζόμουνα και τις φάτσες των ψηφοφόρων τους, και μου ‘ρχόταν (καλά, εκτός από αηδία) να φωνάξω: “ΜΙΛΑ ΡΕ!!!” Και ν’ αρχίσω τις ερωτήσεις (μου φαίνεται ότι περιλαμβάνει ερωτήσεις για όλους τους αυτή η λίστα) ωσάν Τσοπάνα Rave:
Μπορείς να δέσεις στο λαιμό του φίλου σου μια πέτρα; Να του τινάξεις τα μυαλά από τα 6 μέτρα; Μπορεί να είσαι τέλειος. Μπορείς να με μαντρώσεις; Μπορώ να ζω χωρίς αυτό. Μπορείς να με σκοτώσεις;
Θα βρω επιτέλους μια δουλειά; Ποια πόρτα να χτυπήσω; Θα κατουρήσεις μια ποδιά να ‘ρθω να τη φιλήσω; Μπορείς να φύγεις από ‘δω; Μπορείς να το βουλώσεις; Μπορείς να μη με σκέφτεσαι; Μπορείς να με προδώσεις;
Μίλα ρε!
Θα ‘θελες να ‘σουνα παιδί και να μην έχεις μάνα; Θα ‘θελες να ‘σουν μοναχή και να ‘σουνα πουτάνα; Θα ‘θελες να ‘σουν οκλαδόν και να μην έχεις πόδια; Θα ‘θελες να ‘χες μερσεντές και συνεχώς διόδια;
Θα ‘θελες να ‘σουνα δειλός, να μην αποφασίζεις; Θα ‘θελες να ‘σουνα Θεός, εσύ να κανονίζεις; Ποιος ήθελε να γεννηθεί; Ποιος θέλει να πεθάνει; Αφού το ήθελες πολύ, γιατί δεν το ‘χεις κάνει;
Είπα να μην ασχοληθώ ξανά με το θέμα γιατί, ακούει κανείς;
Μετά όμως είπα, θα ξαναασχοληθώ κι ας μην ακούει κανείς.
Πριν ενάμιση μήνα περίπου είχε αναρτηθεί στοalfavita.gr μία επιστολή του κ. Άγγ. Αντωνέλλη, σχετικά με το πόσο αξιοκρατικές και διαφανείς είναι τελικά οι προσλήψεις των εκπαιδευτικών στην πρόσθετη διδακτική στήριξη.
Βέβαια, ως δια μαγείας, η συγκεκριμένη επιστολή έχει πλέον εξαφανιστεί απ’ την ιστοσελίδα. Παρόλ’ αυτά, εγώ είχα προλάβει να την αποθηκεύσω. Κι επειδή θεωρώ ότι όσα είχανε γραφτεί εκεί είναι παραπάνω από εύστοχα και είναι η μόνη αλήθεια, παίρνω την πρωτοβουλία και την αναδημοσιεύω. Ελπίζω ο κ. Αντωνέλλης να μην έχει κάποια αντίρρηση σε αυτό.
“ ΠΑΤΡΑ 12/7/2009
Προς :alfavita.gr -Ανακοινώσεις
ΘΕΜΑ : Αξιοκρατικές και Διαφανείς οι Προσλήψεις των Εκπαιδευτικών στη ΠΔΣ;
Φίλοι, επισκέπτες της alfavita.gr,
Αυτές τις ημέρες ανακοινώνονται σταδιακά από τον ΑΣΕΠ τα αποτελέσματα των διαγωνισμών των διαφόρων κλάδων των Εκπαιδευτικών.
Έτσι πχ στον κλάδο των Φιλολόγων , διαγωνίσθηκαν 18.680 επέτυχαν 3271 από τους οποίους θα προσληφθούν μόνιμα οι 480 μέσα στα επόμενα 2 σχολικά χρόνια.
(Αυτοί αντιπροσωπεύουν θεωρητικά το 60% των προσλαμβανομένων το άλλο 40% είναι από πίνακα αναπληρωτών με βάση τη σειρά τους που προκύπτει από την προϋπηρεσία τους ως αναπληρωτών -ωρομίσθιων - συμμετοχή στη Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη στα Λύκεια (ΠΔΣ) και κάποια μόρια από τυχόν επιτυχία(ες ) σε δύο τελευταίους διαγωνισμούς ΑΣΕΠ).
Είναι κατανοητό , για ευνομούμενη Πολιτεία και μάλιστα της ΕΕ., να διεξάγει διαγωνισμούς ΑΣΕΠ, για αξιολογικές προσλήψεις Εκπαιδευτικών, να επιβαρύνεται οικονομικά για την διεξαγωγή τους, αλλά :
1) στις ετήσιες προσλήψεις για την Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη( ΠΔΣ ) στα Δημόσια Λύκεια να μη λαμβάνει υπόψη κανένα αξιοκρατικό - αντικειμενικό κριτήριο για την επιλογή των καταλληλότερων εκπαιδευτικών ,όπως:
α) πχ την (τις) επιτυχία(ες) σε διαγωνισμό(ους) ΑΣΕΠ ; ή
β) τη σειρά στον ισχύοντα Πίνακα Αναπληρωτών- Ωρομισθίων όπου μοριοδοτείται η προϋπηρεσία και οι επιτυχίες στους δύο τελευταίους διαγωνισμούς ΑΣΕΠ ; ή και
γ) το βαθμό πτυχίου, ή τυχόν άλλα πρόσθετα προσόντα όπως πχ. μεταπτυχιακό τίτλο ;
Η ισχύουσα υπουργική απόφαση (4-9-08 για την Οργάνωση και Λειτουργία της Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης στα Λύκεια ) του πρώην υπουργού ΥΠΕΠΘ, κ. Στυλιανίδη, για τις προσλήψεις στην ΠΔΣ, δεν ορίζει κανένα απολύτως κριτήριο στην επιλογή των εκπαιδευτικών για την ΠΔΣ,( εκτός από τους τρίτεκνους )
Έτσι επιτρέπει στον εκάστοτε Προϊστάμενο Εκπαίδευσης ή Γραφείου Εκπ/σης μετά από εισήγηση από τον σχεδιαστή της ΠΔΣ του κάθε Λυκείου ( τον οποίο ορίζει ο ίδιος ο Προϊστάμενος ), να επιλέγει, τελικά και αποτυχόντες ή και μη συμμετέχοντες σε διαγωνισμούς ΑΣΕΠ, ενώ ταυτόχρονα αποκλείει τους εκατοντάδες επιτυχόντες σε ΑΣΕΠ χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τεκμηριώσει τις επιλογές του αλλά και να ανακοινώσει τον Πίνακα των προσλαμβανομένων. ( Λες και είναι ιδιωτική του υπόθεση μια τέτοια επιλογή......)
Και όλα αυτά γιατί;
Γιατί μοριοδοτείται η προϋπηρεσία στην ΠΔΣ, για μελλοντική μόνιμη πρόσληψη του εκπαιδευτικού, οπότε έτσι οι αποτυχόντες “ημέτεροι” σε ΑΣΕΠ, και επιλεγέντες με αδιαφανείς και αναξιοκρατικές διαδικασίες, του χθες, στην ΠΔΣ, λόγω της μοριοδότησης τους, κατορθώνουν τελικά και να προηγούνται, στον Πίνακα πρόσληψης Αναπληρωτών -Ωρομισθίων, των επιτυχόντων σε διαγωνισμούς ΑΣΕΠ !!!
(Δηλαδή τα πάνω κάτω και τα κάτω πάνω...!!!)
Αφού :
2)Παράλληλα συμβαίνει και τούτο το πρωτόγνωρο:
Τα μόρια από την (τις) επιτυχία (ες) στον ΑΣΕΠ , μετά από δύο χρόνια από το χρόνο της επιτυχίας, μειώνονται στο μισό ενώ μετά από άλλα δύο εκμηδενίζονται, σε αντίθεση με τα μόρια από την προϋπηρεσία στην ΠΔΣ που διατηρούνται “εσσαεί”, οπότε τελικά γίνεται και η πλήρης ανατροπή , τα πάνω κάτω και τα κάτω πάνω......!!!!
Είναι ή όχι αυτή η πρακτική Κλοπή ; Κλοπή μάλιστα μιας επιτυχίας η οποία είναι καρπός επίπονης και πολυετούς πνευματικής - επιστημονικής προσπάθειας;
Ποιοί πολιτικοί και ιδιαίτερα ποιος κ. Υπουργός ή υφυπουργός του ΥΠΕΠΘ μπορεί να αντικρύσει κατάματα σήμερα αυτούς τους χιλιάδες πλέον Επιτυχόντας σε διαγωνισμούς ΑΣΕΠ, όταν Αναξιοκρατικά και με Αδιαφάνεια τους αγνοεί , τους αποκλείει, και δεν τους προσλαμβάνει ούτε στην ΠΔΣ, ενώ επιτρέπει παράλληλα να προσλαμβάνονται από τα κομματικά παράθυρα αποτυχόντες σε διαγωνισμούς ΑΣΕΠ ή ακόμη και άλλοι νεότεροι χωρίς καμία συμμετοχή ή επιτυχία σε διαγωνισμό ΑΣΕΠ.;..
Αυτή τελικά είναι η Ελλάς του Αύριο ; ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Αξιοκρατίας και της Διαφάνειας ;;;.
Έτσι οι πολιτικοί και τα λεγόμενα κόμματα εξουσίας θα συνεχίζουν να πολιτεύονται ;
Ωστόσο δεν αντιλαμβάνονται οι ασκούντες την εξουσία ότι τελικά είναι μονόδρομος για την κοινωνία, και τους ίδιους, η Xρηστή Aξιοκρατική Διοίκηση;.
Γι΄ αυτό, και η δημοσιότητα λειτουργεί καταλυτικά και προς τους ασκούντας την εξουσία αλλά και αφυπνιστικά για την κοινωνία.
Για όλα αυτά, ο αξιότ. Υπουργός ΥΠΕΠΘ, κ.Άρης Σπηλιωτόπουλος, επιβάλλεται να διορθώσει τα ημαρτημένα του προκατόχου του με το να δεχθεί:
1) Άμεση αλλαγή της ισχύουσας εγκυκλίου για της προσλήψεις στην ΠΔΣ, θεσμοθετώντας αξιολογικά και αντικειμενικά κριτήρια που να δεσμεύουν υποχρεωτικά τους Προϊσταμένους Β/θμιας Εκπ/σης,όπως πχ ενδεικτικά τα κάτωθι:
1)Επιτυχία(ες) σε ΑΣΕΠ,
2)Σειρά στον πίνακα Ωρομισθίων-Αναπληρωτών
3)Βαθμός πτυχίου,κλπ
2) Οι ΤΡΙΣ και ΤΕΤΡΑΚΙΣ επιτυχόντες σε ΑΣΕΠ επιβάλλεται τουλάχιστον να αντιμετωπίζονται όπως οι Τρίτεκνοι και Πολύτεκνοι.
3) Τα μόρια επιτυχίας σε διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ να ΜΗΝ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
( Στους επιτυχόντες που “έφτυσαν αίμα” με μακρά και επίπονη κάθε φορά προετοιμασία για κάθε διαγωνισμό ΑΣΕΠ, τολμούν και, τους διαγράφουν μετά από 2 χρόνια τα μισά μόρια επιτυχίας των διαγωνισμών ΑΣΕΠ και μετά από 4 τα υπόλοιπα μισά ;;; ενώ όσων αναξιοκρατικά προσλαμβάνονταν μέχρι χθες στη ΠΔΣ, διατηρούνται και λαμβάνονται υπόψη και για μόνιμο διορισμό ;;;)
Με ιδιαίτερη Εκτίμηση
Άγγ. Αντωνέλλης “
Ειδικά αυτό που γίνεται με τον ΑΣΕΠ είναι επιεικώς ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ!
Δηλαδή, με ποια λογική παραγράφεται τελικά κάθε προηγούμενος ΕΠΙΤΥΧΩΝ ΑΣΕΠ; Εκείνος δεν έγινε με τον κόπο του υποψηφίου; Κανονικά, θα έπρεπε όχι μόνο να προστίθεται μοριακά κάθε ΑΣΕΠ στον οποίο ο υποψήφιος έχει πετύχει, αλλά και να πριμοδοτείται και με κάτι επιπλέον! Θέλει γερά κότσια για να δίνεις και να ξαναδίνεις, ενώ έχεις ήδη πετύχει!
Διαφορετικά, έτσι όπως λειτουργεί μέχρι τώρα, οι ίδιοι αυτοί που θεσμοθετήσανε αυτή την απαράδεκτη, ψυχοβγαλτική και τελικά, άκρως αναξιοκρατική διαδικασία, ουσιαστικά την ακυρώνουν. Τι πιο προφανές απ’ αυτό; Απορώ!
Συμφωνώ λοιπόν και προσυπογράφω την παραπάνω επιστολή και μάλλον θα έπρεπε τέτοιες επιστολές να στείλουμε σε κάθε αρμόδιο, κυβερνητικό και αντιπολιτευόμενο.
Αυτό ήταν το κρεβάτι μου, αυτό ήταν ο δρόμος που περπατούσα, που έτρεχα, που μύριζα, που αντίκριζαν τα μάτια μου, σ’ όποια κατεύθυνση κι αν τα γυρνούσα.
Παντού σκορπισμένα φύλλα, όπου πατούσες,
χωρίς όμως ν’ αδειάζουνε και τα κλαδιά.
Λες και τα έβρεχε ο ουρανός κι όχι τα δέντρα.
Δεν το ‘κανα,
όμως,
αν σήκωνα τότε τα μάτια μου στον ουρανό,
ίσως ν’ αντίκριζα χαρούμενα συννεφάκια από φύλλα,
όλων των αποχρώσεων – καφέ, χάλκινα, κίτρινα, πράσινα, χρυσά, ασημένια, πορτοκαλί, μαύρα και μωβ και μπεζ… - να παίζουν και να πιτσιλάνε το ένα τ’ άλλο και να γελάνε αυτό το χρατς χρατς γέλιο τους, δροσίζοντας κι εμάς μ’ αυτό –με ό,τι πέφτει απ’ αυτό και σκορπίζεται και γίνεται δρόμος για να πατούν τα πόδια μας στα μαλακά και να βγάζουν και τα βήματά μας χρατς χρατς γέλιο, και άλλα, που τους ξεφεύγουνε και πέφτουν στα μαλλιά μας και στους ώμους και στα χέρια μας για να μας ψιθυρίσουν, για να μας γαργαλήσουν και να βγάλουν κι από ‘μας το χαχα γέλιο μας, λίγο παράφωνο αυτό, αλλά εντάξει.
Βολεύεται και στρογγυλεύει στην αγκαλιά του γέλιου του δικού τους.
Κανείς δεν πρόκειται ν’ αντιληφθεί γωνίες και αιχμές…
“…Το φριχτότερο βάρος στη ζωή είναι τα όσα ξέρουν οι άλλοι για μας. Μα ίσως να υπάρχει κι ένα βάρος πιο φριχτό ακόμα κι απ’ αυτό. Που μας βρίσκει όταν οι άλλοι δεν ξέρουν τίποτα για μας, είναι το βάρος της γνώμης που έχουν ήδη, καθώς, σιωπηλά, απαιτούν από μας και μας εξαναγκάζουν να γίνουμε αυτό που έχουν στο μυαλό τους. Κι ακόμα φριχτότερο κι απ’ αυτό είναι το πώς συμμορφωνόμαστε, φεγγαρένια μου, κι εγώ είχα συμμορφωθεί απόλυτα…”
Σκέψεις που έκανα για πολλά χρόνια πριν φύγω γι’ αυτό το σύντομο φετινό ταξίδι μου. Σκέψεις απ’ τις οποίες απελευθερώθηκα το διάστημα που έλλειπα. Σκέψεις που με ξανάσφιξαν ορμητικά, σε χρόνο ρεκόρ απ’ τη στιγμή που γύρισα. Και που τις είδα σαν σε καθρέφτη στο πρώτο βιβλίο που έπιασα να διαβάσω…
....................Το βιβλίο πάντως είναι λιτό, λυρικό και όμορφο. Μια γνωριμία με τους Ρομά κατά τα μέσα του 20ου αιώνα, περιοδεύοντας την κεντρική Ευρώπη. Η ζωή και οι περιπλανήσεις της Ζόλι, μιας τσιγγάνας ασυμβίβαστης τόσο με το μοντέλο ζωής των πολυκατοικιών, των αυτοκινήτων και των ταυτοτήτων όσο και με τα ταμπού της ίδιας της φυλής της, τα οποία ωστόσο σέβεται, και για την “κόντρα” της με κάποια από αυτά εξορίζεται και αυτοεξορίζεται, παραμένοντας παρόλ’ αυτά περήφανη για την καταγωγή της ως το τέλος. Ταξίδια, κακουχίες, προδοσίες, αλλά και έρωτες, συναισθήματα και το δικαίωμα στην ελευθερία να κοιτάς τ’ αστέρια όταν τη νύχτα πέφτεις για να κοιμηθείς κι όχι ένα κομμάτι τσιμέντο στο ταβάνι. Να μπορεί η ψυχή σου να πετάει ψηλά στον ουρανό χωρίς να κουτουλάει σε ντουβάρια και χαμηλές οροφές.
Για όσους αναρωτιούνται τι να διαβάσουν για αρχή καλοκαιριού είναι νομίζω μία καλή πρόταση.
Το Ζόλι του Ιρλανδού συγγραφέα Κολουμ ΜακΚαν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αυγούστου Κορτώ.
Και να που γράφω ξανά από τον σταθερό μου υπολογιστή, στο σπίτι μου, στην πόλη μου, στον ήλιο που γεννήθηκα. Σκέφτομαι ότι πέρυσι τέτοιο καιρό δεν ήξερα ακόμη καν ότι θα ξεκινούσα αυτό το master. Είχα μαζέψει βέβαια όλα τα απαιτούμενα κατά την διάρκεια του χρόνου, αλλά την ιδέα την είχα παρατήσει κι η προθεσμία για τις αιτήσεις είχε λήξει. Όλα γίνανε πολύ γρήγορα και τελείως αναπάντεχα, όταν μέσα στον Ιούλιο επέστερψε ο φίλος μου ο Β. απ’ το αντίστοιχο περσινό master κι άρχισε να με προκαλεί με διάφορους τρόπους να κάνω την αίτηση κι ας πέρασε ένας μήνας από την deadline. Την έκανα μόνο και μόνο για να σταματήσει να με πρήζει, όντας σίγουρη ότι αποκλείεται να με δεχτούν τόσο καιρό μετά. Αλλά…με δέχτηκαν! Και μάλιστα, μέσα σε 20 μέρες έπρεπε να έχω κάνει και την πρώτη μου εργασία και να έχω πάει στο Βέλγιο!
Δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω τίποτα. Όταν βρέθηκα στο Leuven ήταν σα να μου ‘ρθε ο ουρανός στο κεφάλι. Αν περιγράψω την πρώτη μέρα θα με λυπηθούν κι οι πέτρες. Η γυναίκα στο houseoffice του Πανεπιστημίου πάντως, με λυπήθηκε σίγουρα, ή μάλλον φοβήθηκε μην της μείνω στα χέρια, γιατί ενώ δεν έδινε δωμάτιο σε κανέναν, σ’ εμένα έδωσε αμέσως.
…Δεν θα περιγράψω την συνέχεια. Αυτό το πρόγραμμα, χωρισμένο σε τρεις χώρες – Βέλγιο, Τσεχία, Αμερική- είναι τρομερή εμπειρία! Με την κυριολεκτική σημασία της λέξης “τρομερή”. Και εξαντλητική. Οι εμπειρίες είναι πάρα πολλές, πολύ συμπυκνωμένες, με πολύ γρήγορες εναλλαγές και δουλειά. Δεν μπορείς ποτέ να πεις, “εντάξει, το μόνο που έχω να κάνω είναι να συγκεντρωθώ και να διαβάσω”. Γιατί έχεις συνεχώς να αντιμετωπίζεις το στάδιο της προσαρμογής. Πάλι και πάλι. Προσαρμογής στα πάντα. Στην γεωγραφία, στις καιρικές συνθήκες, στις ιδιοσυγκρασίες των ανθρώπων, στα συστήματα και τις απαιτήσεις του εκάστοτε Πανεπιστημίου, στα πάντα!
Όλο αυτόν τον χρόνο ένιωσα όλη την γκάμα των συναισθημάτων, πράγμα που για μένα είναι όλη η ουσία της ζωής βέβαια, και με εξιτάρει στο έπακρο, αλλά την στιγμή που το ζεις δεν είναι τόσο εύκολο. Σε πολλές φάσεις ήμουν πραγματικά και απόλυτα τρομοκρατημένη! Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν ότι έπρεπε συνεχώς να νικάω τον ίδιο μου τον εαυτό. Τις αδυναμίες του, τις λιγοψυχίες του, τους παραλογισμούς του, την ανυπομονησία, το άγχος, τις φοβίες του. Ακόμα και πράγματα στα οποία δεν ήθελα να τον νικήσω.
Τα κατάφερα όμως! Έφτασα ως το τέλος. Και τα κέρδη που μετράω είναι πάρα πολλά, με τελευταίο στην αξιολογική μου κλίμακα το πτυχίο. Όχι ότι δεν έχει σημασία και αξία βέβαια, -αλίμονο, όλος ο ντόρος γι αυτό έγινε και δεν ήταν καθόλου εύκολο- και το ‘φερα κι αυτό, τρόπαιο στην αξιολάτρευτή μου χώρα, στο άντρο της αναξιοκρατίας. Αλλά όλοι ξέρουμε ότι έτσι όπως είναι τα πράγματα εδώ, δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να πιστεύω ότι κάπου θα αξιοποιηθεί ντε και καλά. (Παρόλ’ αυτά, δεύτερη μέρα της άφιξής μου στην Ελλάδα έκανα και την ετήσια, εθιμοτυπική μου αίτηση για τους αναπληρωτές. Ίσα ίσα πρόλαβα. Χαχαχα!)
Κέρδισα όμως πολλά περισσότερα πράγματα απ’ αυτό. Και πολύ πιο ουσιαστικά: Για μένα και την σχέση μου μαζί μου, για την χώρα μου και τους ανθρώπους της (που είχα υποτιμήσει πολύ τα προηγούμενα χρόνια), για τους “δικούς μου” ανθρώπους, για τον κόσμο και την ζωή γενικότερα…
Δεν ξέρω αν όλα αυτά με έχουν αλλάξει κιόλας. Ούτε αν αυτές οι αλλαγές θα είναι κάτι μόνιμο. Προς το παρόν όμως, μετράω μόνο κέρδη. Ή τουλάχιστον, αυτά δείχνουν να υπερέχουν κατά πολύ! Νιώθω πιο ζωντανή από πριν, με μεγαλύτερη διάθεση να προσπαθήσω περισσότερο και πιο σίγουρη για το τι ΔΕΝ θέλω.
Οφείλω βέβαια να δηλώσω ότι σε όλη αυτή την προσπάθεια δεν ένιωσα μόνη. Και δεν εννοώ μόνο τον απερίγραπτο Tertuliano που πηγαινοερχόταν και βοηθούσε με χίλιους δυο τρόπους. Είχα μεγάλη συμπαράσταση και αγάπη από πάρα πολλούς και μάλιστα από κάποιους δεν το περίμενα καν! Κι αυτή η συμπαράσταση, χωρίς καμιά υπερβολή, ήταν ο καταλύτης για να φτάσω ως το τέλος και να μην σβήσει η μηχανή στα μισά της διαδρομής. Νιώθω ευγνωμοσύνη. Δεν θα πω ευχαριστώ, γιατί μου είπανε πως είναι “πρόστυχη ανταπόδοση”, ελπίζω όμως ότι θα είμαι κι εγώ από κοντά στις δικές σας προσπάθειες για να τα καταφέρνουμε παρέα:-)
Τελικά, ήτανε ίσως το δυσκολότερο (για μένα) αλλά και ομορφότερο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου ως τώρα.
Ήμασταν σε μια πλαγιά. Ο ουρανός ήτανε φορτωμένος μαύρα σύννεφα και γκρίζα, αλλά κάπου ο ήλιος, κρυμμένος ο ίδιος, πετούσε τις μπογιές του γύρω και χρωμάτιζε τα πάντα. Η βροχή, καλά κρυμμένη κι αυτή, όμως τη μύριζες. Την ένιωθες έτοιμη να ξεσπάσει. Ωστόσο έπαιζε κι εκείνη στο ίδιο παιχνίδι με τον ήλιο. Φύλαγε τα νώτα της, ώσπου να βρει κατάλληλη ευκαιρία για να ρίξει. Ο ουρανός πορτοκαλοκόκκινος, το πράσινο της πλαγιάς πιο πράσινο απ’ ότι συνήθως και ξαφνικά, έν’ αερόστατο αρχίζει ν’ ανεβαίνει! Κι ύστερα κι άλλο. Κι άλλο. Κι άλλο… Όλα τους στόχοι• στο paintball τ’ ουρανού. Πυροβολούσε ο ήλιος κρυμμένος, κάναν αντίπραξη τα σύννεφα με τη βροχή καβάλα… …Γέμισε ο ουρανός με χρώματα έντονα, βαθιά. Αερόστατα που θέλαν ν’ αποδράσουν, μα πάντα ανεβαίνοντας! Και μόνο αφού περάσουν απ’ το πεδίο των μαχών. Δοξασμένα! Και βαμμένα με το πάθος των πολεμιστών.
…Θέλησα ν’ απαθανατίσω τη στιγμή! Έψαξα για τη μηχανή μου!... Όμως…πώς να φωτογραφίσεις τ’ όνειρο;… Στον ύπνο μου δεν πήρα φωτογραφική…
Τελικά, δεν ξέρω τι να γράψω για το Charlottesville…
Δεν είναι όμορφο. Όχι δηλαδή αρχιτεκτονικά όμορφο.
Μ’ αυτά τα όμορφα κτίρια του Βελγίου ή της Τσεχίας.
Εδώ τα σπίτια δεν τα χτίζουν καν! Τα κάνουνε delivery!!!
Είναι όμως καταπράσινο και φωτεινό. Είναι νέο και ζωντανό. Κι αν το πρώτο που λες μόλις προσγειώνεσαι
σ’ αυτό είναι: “Παναγία μου! Τι ήρθα να κάνω εδώ;”,
αυτό σου επιβάλλεται με έναν τρόπο μαγικό.
Σου επιβάλλει να το αγαπήσεις, θες δεν θες.
Δεν είναι κάτι που περιγράφεται. Είναι πολύ εσωτερικό.
Από τα πράγματα που δεν εξηγούνται. Είναι συναίσθημα.
Είναι μια Αμερική μακριά από όσα ξέρουμε γι’ αυτήν μέσα από τον κινηματογράφο ή από την τηλεόραση. Είναι μια “κοινότητα”, με την έννοια της λέξης. Σαν ολόκληρη η πόλη να αποτελεί μια οικογένεια. Όλοι χαιρετούνε όλους. Αν είσαι πεζός κι ακούσεις κόρνα να είσαι σίγουρος ότι είναι για να σε χαιρετήσουν. Όλοι σου χαμογελούν. Στα μαγαζιά σε ρωτούν: “Howareyoutoday, sir/miss?” πριν απ’ οτιδήποτε άλλο και στο λεωφορείο χαιρετάς τον οδηγό όταν μπαίνεις και του λες ευχαριστώ όταν σου ανοίγει για να κατεβείς…
Κι όλα αυτά, όχι τυπικά, όχι καταναγκαστικά. Είναι κάτι που τους βγαίνει αυθόρμητα. Έτσι έχουν μάθει και γι’ αυτούς αυτό είναι το αυτονόητο. Τους έχει γίνει Φύση. Και, ξέρω, σας ακούγεται λίγο χαζοζαρούμενο –κι εγώ κάπως έτσι σκεφτόμουν στην αρχή- όμως νομίζω τελικά ότι το κατατάσσω στα θετικά. Είναι καλό. Καταρχήν, ξεκινάς καλοπροαίρετα, με θετικές προδιαθέσεις. Τους νιώθεις όλους φιλικούς και προσιτούς, νιώθεις άνετα να μιλήσεις, να ρωτήσεις, να ανοιχτείς… Στις γειτονιές όλα ανήκουν, κατά κάποιον τρόπο, σε όλους. Ακόμη και στο “σπίτι σου” δεν μπορείς να κάνεις ό,τι θες εσύ. Αν δεν κουρέψεις το γκαζόν στην αυλή σου, θα έχει λόγο και ο διπλανός. Κι εσύ θα ξέρεις ότι θα έχει δικαίωμα να έχει λόγο. Στα σχολεία ο δάσκαλος δεν είναι η αυθεντία που θα σου τα μάθει όλα και θα επιβληθεί. Είναι αυτός που θα σε βοηθήσει να μάθεις και να ανακαλύψεις. Ακόμη κι όταν ένας μικρός μαθητής, προσχολικός για παράδειγμα, κάνει κάτι παράτυπο, ο δάσκαλος, αφού του ζητήσει να διορθώσει την συμπεριφορά του, θα του πει κι ευχαριστώ που συμμορφώθηκε. Υπάρχει σεβασμός στην προσωπικότητα, ή μάλλον στην οντότητα του άλλου, ανεξάρτητα από την ηλικία ή την θέση του. Κι αυτό ακολουθείται μέχρι και στο Πανεπιστήμιο.
Κανένας δεν το παίζει εξουσία κανενός. Ούτε καν η αστυνομία. Δεν έχει καμία σχέση με τους αστυνομικούς που βλέπουμε εμείς εδώ, στην Ελλάδα, που στέκονται προκλητικά και με ύφος “γ….. και δέρνω”. Αυτοί αντιμετωπίζουν τη δουλειά τους σαν δουλειά και τίποτ’ άλλο. Κάνω ό,τι είναι να κάνω, ήρεμα, απλά κι ανθρώπινα, μέχρι να τελειώσω το οχτάωρό μου και να συνεχίσω την υπόλοιπη ζωή μου. Το ίδιο και οι Πανεπιστημιακοί. Γενικά, όλοι μου φάνηκαν ότι τη δουλειά τους την αντιμετωπίζουν ακριβώς ως αυτό που είναι: Μια δουλειά. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι το κοινωνικό τους προφίλ. Η ταυτότητά τους ή καταξίωσή τους.
Και να σκεφτείς ότι το Charlottesvilleείναι προνομιούχα περιοχή. Για ανθρώπους με λεφτά δηλαδή. Όχι αστεία. Μία πόλη καθαρά φοιτητική, με το VirginiaUniversityνα είναι ένα από τα καλύτερα Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και τα δίδακτρα 11.000 δολάρια το εξάμηνο!!! Πώς μπορούνε και δεν είναι ψωνισμένοι όλοι μαζί, είναι κάτι ακόμα που με εξέπληξε! Είναι βέβαια ψωνισμένοι με το Πανεπιστήμιό τους, με την έννοια ότι θα φορούν τα πάντα με το σήμα του UVA, αλλά ως εκεί. Κάθε μέρα τους βλέπεις στους δρόμους να τρέχουν, ξαπλώνουν στα γρασίδια με τα λαπτοπ, διοργανώνουνε events, άλλα σε κάθε χώρο, ένα σωρό παιχνίδια και αγωνίσματα, ένα σωρό γήπεδα μόνιμα απασχολημένα με σπορ “περίεργα” για μας, λακρός, γκολφ, ράγκμπι, φρίσμπι με μαγιό στο προαύλιο του Πανεπιστημίου, χοροί και πάρτι, σκετσάκια και τραγούδια κι όλ’ αυτά, ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ!
Είναι μεγάλος ο κατάλογος. Πάμπολλες οι εντυπώσεις. Μα τα συναισθήματα πολύ περισσότερα και πάρα πολύ μπλεγμένα. Αυτή η Αμερική με εξέπληξε και την αγάπησα πολύ! Η άλλη, που περιέγραψα σε προηγούμενο ποστ – η Νέα Υόρκη- ήταν αυτή που γνώριζα ήδη θεωρητικά και την περίμενα. Την θαύμασα μεν αλλά δεν θα την ήθελα δικιά μου.
Στο σύνολό της, η Αμερική με διχάζει. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσω τι ακριβώς συμβαίνει κι αν θα μπορέσω να το κρίνω σωστά. Προς το παρόν, μιλάω πιο πολύ με το συναίσθημα.
Όπως και να ‘χει, ήτανε μάλλον η πιο δύσκολη αλλά και η πιο όμορφη κι ενδιαφέρουσα εμπειρία της ζωής μου! Νιώθω πολύ τυχερή!
Τι γίνεται; ΧαβαλΑδιάσατε αρκετά με την ευρωβιζιον? Την έβλεπα κι εγώ μέσω ίντερνετ, αλλά τα πήρα με τσι παρουσΧιάστρες (πολλά θα 'χα να πω, μα μόνο ενδεικτικά: είδανε την Τουρκάλα χοντρή, είδανε τον Δανό πανέμορφο!!!, λέω να τις συμπεριλάβω στην εργασία μου ως "people with visual impairments". Ααα!!!) αλλά και με μας, που δώκαμε το 12άρι στο γιουκέι!!! Αν είναι δυνατόν! Γιατί καλέ? Πέρα από το ότι το τραγούδι ήταν το πιο χιλιοπαιγμένο σαπουνοπερέ άΖμα - το οποίο έχω ακούσει από τότε που γεννήθηκα ένα εκaτομμύριο φορές. ΣΤΟ ΓΙΟΥΚΕΙ??? Μα γιατί?
Πάντως, εγώ πιστεύω ότι τον Ρουβά, τόσο την προηγούμενη φορά όσο και τώρα, τον πήρε στο λαιμό του ο Ευαγγελινός. Αφού το έχει ο άνθρωπος! Τι μου τον περιορίζεις δυο βήματα δεξιά δυο αριστερά! Δώστου λίγο αέρα. Λίγο χώρο. Εγώ καλύτερη χορογράφος θα 'μανε! Ε μα!
Τελικά, είδα δύο Αμερικές. Μία αυτή που έζησα 2 μήνες, το Charlottesville της Virginia, και μία αυτή που επισκέφτηκα για μια βδομάδα, τη Νέα Υόρκη.
Καμία σχέση!
Και θα αρχίσω από την δεύτερη.
New York…
Αναμφισβήτητα, εντυπωσιακή πόλη! Άπειρα πράγματα να δεις, άπειρες σκέψεις, συναισθήματα και προβληματισμοί στο κεφάλι σου. Τεράστια…μεγέθη! Και τι να απαριθμήσω σε μερικές γραμμές; Από την 5thAvenueκαι το CentralPark, την Broadwaystr, την TimesSquare με το νέον και τα φώτα νύχτα-μέρα, το EmpireStatebuilding όπου ανεβήκαμε 80 ολόκληρους ορόφους σε ένα μόλις λεπτό με το ασανσέρ (κι άλλους 4 με τα πόδια) κι είδαμε τη Νέα Υόρκη στο πιάτο bynight, το MetropolitanMuseumofArtμε απίστευτα ενδιαφέροντα εκθέματα, την Wallstreet ή το FlatIron με την περίεργη, γωνιώδη πλευρά του, το Manhattan, τη γέφυρα του Brooklyn…Το άγαλμα της Ελευθερίας (πολύ κακό για το τίποτα), το Harlem όπου μέναμε ή το σημείο μηδέν…
Αδύνατον φυσικά να τα περιγράψω αναλυτικότερα εδώ πέρα, αλλά δε νομίζω πως θα είχε και κανένα νόημα. Μερικές σκέψεις και συναισθήματα θέλω μόνο να εκφράσω, κι αυτά με κάθε επιφύλαξη, γιατί 5 μέρες είναι πολύ λίγες για να βγάλεις συμπεράσματα αλλά και γιατί όσα σκέφτομαι είναι ακόμη συγκεχυμένα και πολλές φορές συγκρούονται κιόλας μέσα μου.
Πολύ ωραία και…επιμορφωτική εμπειρία. Δεν λέω. Σίγουρα όμως, δεν πρόκειται για μία φιλική, ανθρώπινη πόλη. Αυτά τα τεράστια κτίρια σε εντυπωσιάζουν αλλά καταπνίγουν οτιδήποτε άλλο. Έβλεπα τους ανθρώπους να περπατούν στους δρόμους και σκεφτόμουν ότι πουθενά αλλού οι άνθρωποι δεν μου έμοιασαν τόσο μικροσκοπικοί. Από κάθε άποψη. Σα να μην έχουμε καμιά αξία εμείς κι ας είμαστε εμείς αυτοί ακριβώς που δημιούργησαν αυτά τα τερατουργήματα.
Για να επαναπροσδιορίσω τον εαυτό μου, την ιδιότητά μου ως ανθρώπινο ον, την ταυτότητά μου και την αξία μου, αναγκαζόμουνα να κάνω κάθε τόσο αναδρομή σε ό,τι έχω ζήσει μέχρι τώρα από τότε που γεννήθηκα. Απαριθμούσα ένα ένα όλα όσα έχω κάνει, προσθέτοντας συμβάντα, καταστάσεις, εμπειρίες, επιτυχίες κι αποτυχίες, συναισθήματα…ώσπου τελικά να νιώσω ξανά ότι υπάρχω κι ότι είμαι πολύ “πλούσια”. Πολύ πιο πλούσια απ’ όλον αυτόν τον πλούτο γύρω μου. Αν το σκεφτείς σοβαρά ένα λεπτό, αυτά τα τεράστια κτίρια είναι ικανά να σε καταστρέψουν με την ύπαρξή τους και μόνο. Τα κοίταζα απ’ έξω και μου φαινόταν αδύνατο να υπάρχει ζωή μέσα σ’ αυτά. Έβλεπα κι αυτούς που περπατούσαν ανάμεσά τους κι έλεγα, αποκλείεται να γνωρίζουν άλλους ανθρώπους. Να συνομιλούν, ν’ αγαπούν ή ν’ αγαπιούνται. Τέτοιες πόλεις δεν αφήνουνε χώρο για συναισθήματα. Σε κάνουν να ξεχνάς την ίδια την υπόστασή σου…
Ίσως έτσι εξηγούνται πολλά…
Πουθενά αλλού δεν είδα πιο καθαρά ότι κυβερνά το χρήμα, η ύλη, τα κατασκευάσματα του ανθρώπου κι όχι ο ίδιος ο άνθρωπος. Πουθενά αλλού αυτή η διαπίστωση δεν ήταν πιο ξεκάθαρη για μένα.
Κι όσο κι αν ήταν ενδιαφέρουσα η εμπειρία, όσο κι αν νιώθω ότι αν έμενα παραπάνω θα διαπίστωνα κι άλλα πολλά ακόμα, είναι ανακουφιστικό το ότι έφυγα αρκετά νωρίς, πριν να προλάβει να χαθεί η σχετική “μαγεία” και να με πάρει το τσιμέντο από κάτω. Δεν ξέρω αν έχω τις απαιτούμενες αντιστάσεις ώστε να παραμένω αποστασιοποιημένη, χωρίς να μελαγχολώ και χωρίς να συρρικνώνομαι…
Ούτε και μου ήτανε ευχάριστο να βλέπω άστεγους να κοιμούνται σε χαρτοκιβώτια στα σκαλοπάτια των εκκλησιών ή να σκοντάφτω πάνω τους επειδή δεν μπορούσα να τους πάρω καν χαμπάρι όταν τις βροχερές μέρες κοιμόντουσαν μέσα στα πεζοδρόμια για να είναι κάτω από υπόστεγα.
Με κάθε επιφύλαξη λοιπόν όλα όσα γράφω εδώ πέρα, και χαίρομαι, νιώθω πάρα πολύ τυχερή που ήρθα στη Νέα Υόρκη, αλλά…χαίρομαι και που έφυγα… Και χαίρομαι και που είμαι απ’ την Ελλάδα…Και χαίρομαι και που ζω στην Θεσσαλονίκη και που κατάγομαι από ένα απίστευτα μικρό χωριουδάκι στα Γρεβενά, πάνω σ’ ένα βουνό μέσα στο πράσινο, με τον Βενέτικο να κολυμπώ το καλοκαίρι, νόστιμο τυρί, ξυλόσομπες μες στον χειμώνα, αρώματα από δέντρα, χώματα, νερά και εποχές κι έναν ουρανό τίγκα σε αστέρια που δεν μπερδεύονται με φώτα και δεν σβήνονται από ουρανοξύστες. Όλα όσα, δηλαδή, καλλιεργούν τα όνειρα, τη φαντασία, τα συναισθήματα. Υπήρξα πολύ τυχερή, τελικά.
Και τώρα που το θυμήθηκα: Ε τι χάλι ήταν κι αυτό με τα Starbuck's!Δεν υπάρχει γωνία στη Νέα Υόρκη χωρίς αυτά! Ούτε μία! Βάζω στοίχημα πως είναι περισσότερα κι από τα αστυνομικά τμήματα. Αυτά κυβερνούν αυτή τη χώρα. Και το χειρότερο είναι ότι βάλαν στόχο και τις υπόλοιπες.
Δεν έχω ιδέα τι λέει το τραγουδάκι, αλλά όταν ακούω τη μελωδία, ξέρω ότι έτσι νιώθω:-)
Στιγμές ευτυχίας… Πράγματα που δεν μπορείς να εξηγήσεις σε άλλους. Μόνο τα νιώθεις. Το Charlottesville έχει τεράστιες εκτάσεις πράσινου, με λουλούδια και δέντρα το ένα δίπλα στ’ άλλο, όλα διαφορετικά μεταξύ τους και είναι απόλαυση να περπατάς ανάμεσά τους. Το πρωί πάω ακόμα και τρέχω στο πάρκο εδώ, απέναντι απ’ το σπίτι μας κι όλη η διαδρομή είναι σπαρμένη από ερεθίσματα για τις αισθήσεις μου. Κάθε λίγα μέτρα άλλα αρώματα, άλλα χρώματα, άλλοι ήχοι, άλλη αύρα μου χαϊδεύει πρόσωπο και σώμα. Τελειώνω με μερικές στροφές στο γήπεδο που βρίσκεται στη μέση του πάρκου, λίγη γυμναστική και…κούνια! Τις τελευταίες μέρες χαλαρώνω από το τρέξιμο κάνοντας κούνια σε μία από τις λαστιχένιες κούνιες που ‘χει δίπλα στο γήπεδο. Παιδί ξανά, ανεμελιά, στιγμές απόλυτης πληρότητας! Είσαι εσύ και το σύμπαν… Και το σύμπαν μοιάζει να σου δίνεται. Έρχεται στα μέτρα σου κι υπάρχει μόνο για σένα. Και φοβάσαι και να το ψιθυρίσεις ακόμα μέσα σου, μα είναι τόσο δυνατό που δεν συγκρατιέται και φωνάζει· ότι είσ’ ευτυχισμένος.
Μέσα μου έχω μακριά ίσια μαλλιά και φοράω ένα μακρύ ελαφρύ φόρεμα. Στέκομαι όρθια, κοιτάζω κάπου μακριά – άλλες φορές με μάτια ανοιχτά, άλλες φορές με μάτια κλειστά – ο αέρας παίρνει τα μαλλιά μου στο πλάι, πίσω απ’ την πλάτη μου, εκτός από μερικές τουφίτσες που μου τις κολλάει στο πρόσωπο. Παίρνει και το φόρεμά μου στην ίδια κατεύθυνση, σ’ έναν χορό συγχρονισμένο με τα μαλλιά μου. Στέκομαι εκεί και αφουγκράζομαι εσένα που δεν ξέρω, που ποτέ δεν θα γνωρίσω, γιατί απλά δεν γνωρίζεσαι. Είσαι ο Έρωτας που δεν έχει σχέση με το σώμα, είσαι πέρα απ’ αυτό και σε κουβαλάω μέσα μου από τότε που γεννήθηκα. Ίσως και πριν να γεννηθώ. Στέκομαι και σ’ ακούω ντυμένη έτσι και με τα μαλλιά αφημένα. Γιατί εσύ μιλάς αέρα. Και μου χρειάζονται μακριά μαλλιά και το ελαφρύ μου φόρεμα για να σε μεταφράζουν. …Κι είναι τόσο παράδοξο, ακατανόητο κι αλλοπρόσαλλο για όσους με βλέπουν Γιατί εγώ, ίσια μακριά μαλλιά δεν έχω και τα φορέματα δεν τα φοράω ποτέ…
“Ο δήμαρχος της Ουάσιγκτον καταργεί μια αργία για να εξοικονομήσει χρήματα. Για λόγους οικονομίας στον προϋπολογισμό, όπως και άλλοι συνάδελφοι του σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ, ο δήμαρχος της πόλης της Ουάσινγκτον θα καταργήσει μια ημέρα αργίας, την Ημέρα της Απελευθέρωσης, που εορτάζεται η επέτειος της απελευθέρωσης των σκλάβων, σε μια πόλη όπου η πλειοψηφία των κατοίκων της είναι μαύροι. Ο δήμαρχος Αντριαν Φέντι, μαύρος και ο ίδιος, ελπίζει ότι με την κατάργηση της αργίας και των εορτασμών θα εξοικονομήσει 1,3 εκατομμύριο δολάρια μέχρι το 2010. Η επέτειος γιορτάζεται ετησίως στις 16 Απριλίου, δήλωσε η Ερικα Στάνλεϊ εκπρόσωπος του δημάρχου. Την «Ημέρα της Απελευθέρωσης» τιμάται η ανάμνηση της υπογραφής από τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν, το 1862, του διατάγματος για την απελευθέρωση 3.000 σκλάβων στην Ουάσινγκτον και ταυτόχρονα την απελευθέρωση όλων των μαύρων σε όλη τη χώρα μέσα σε διάστημα εννέα μηνών.” http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_26/03/2009_272749
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ - ΜΠΕ
Τι σχόλιο να κάνω;… Αυτή τη στιγμή –και νομίζω και για ολόκληρη τη βδομάδα που μας έρχεται- στην Ουάσιγκτον γιορτάζουνε μία γιορτή λουλουδιών, επειδή αυτή την εποχή ανθίζουν κάτι, ομολογουμένως, πολύ όμορφα δέντρα, κάνοντας διάφορες εκδηλώσεις και πάρτι στους δρόμους. Ένα φεστιβάλ για την ανθοφορία. Για τα πανηγύρια αυτά, ο δήμαρχος δεν ξοδεύει χρήματα; Αναρωτιέμαι… Και, εν πάση περιπτώσει, από τόσες αργίες που έχουν καθιερωθεί, η Ημέρα της Απελευθέρωσης των Σκλάβων θεωρήθηκε η πλέον άχρηστη και ως εκ τούτου, η καταλληλότερη για να καταργηθεί; !!!!! Τα υπόλοιπα, δικά σας...
Όταν κάποιος έχει το χάρισμα να γράφει τόσο απολαυστικά, να πλάθει ένα μύθο με τρόπο τέτοιο που να σε πείθει για την “αλήθεια” του, όταν η λογοτεχνία γίνεται μάθημα που κρατάς στα ίδια σου τα χέρια, τότε 608 σελίδες είναι πάρα πολύ λίγες και το γύρισμα της τελευταίας, πολύ θλιβερός αποχαιρετισμός. Έτσι ακριβώς ένιωσα μόλις τέλειωσα το “Μπαουντολίνο” του Ουμπέρτο Έκο.
Ένας μήνας ήταν αρκετός για να δεθώ στενά με πλάσματα ανθρώπινα κι ανθρωπόμορφα, τερατόμορφα (αξιαγάπητα ή και αποκρουστικά), ζωώδη ή ημιζωώδη, να ταξιδέψω στο χρόνο, στη γη και στον καιρό, στην ιστορία, τον μύθο και το παραμύθι, στην επιστήμη, την ποίηση και την φιλοσοφία. Έγιναν πολύ φίλοι μου όλοι μέσα σ’ αυτό το ασημένιο βιβλίο, ψεύτες και ιστορικοί, ιππότες, βασιλιάδες και γυμνοσοφιστές, όλων των θρησκειών, όλων των ιδεολογιών και των αυτοκρατοριών, όλων των ηθών, με τα ατέλειωτα, επίπονα και επίμονα, μέχρι ξεροκεφαλιάς, ταξίδια τους, -τα οποία ξαναξεκινούσαν ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, καθότι “τα ταξίδια ξανανιώνουν”- τα όνειρά τους, τις μάχες, τις επιδιώξεις, τους έρωτες και τα παθήματά τους. Χρειάζεται πολλή γνώση και μελέτη για να χρησιμοποιήσεις και να συμπυκνώσεις ιστορικά γεγονότα, μυθολογία, θρησκευτικές πεποιθήσεις, αντιλήψεις και ιδεολογίες, ιστορικές προσωπικότητες και χρονικές στιγμές, να τα αποκόψεις, να τα μπλέξεις και να τα ανασυνθέσεις σε έναν δικό σου μύθο, χωρίς να τα προσβάλλεις στο ελάχιστο. Αντίθετα, να τα δοξάζεις και να τα ξαναφέρνεις στην επικαιρότητα διδάσκοντας κάτι καινούργιο. Και όλ’ αυτά με τρόπο τόσο αυθόρμητο, σα να βγαίνουν από τα χείλη κάποιου σοφού, ασπρομάλλη πλέον, παππού. Σαν τον Μπαουντολίνο. Τόσο απολαυστικό το βιβλίο, τόσο ζωντανό, που σε συνεπαίρνει τελείως. Όταν το ξεκίνησα το είχα για αντιπερισπασμό σε δυσάρεστες σκέψεις και συναισθήματα που θέλαν να με πάρουν από κάτω τις πρώτες μέρες της άφιξής μου στην Αμερική. Από την τρίτη όμως κιόλας μέρα, δεν έβλεπα την ώρα να βυθιστώ στις σελίδες του, να αφεθώ στις εικόνες που τόσο ζωντανά “ζωγραφίζει” ο συγγραφέας. Δεν είχα ξαναδιαβάσει Έκο. Χαίρομαι που η πρώτη μου γνωριμία μαζί του μου χάρισε τόση απόλαυση και τόση…πληρότητα, αν πω, θα νιώσετε τι εννοώ; Ήταν το κατάλληλο βιβλίο την κατάλληλη περίοδο. Πιο κατάλληλη στιγμή δεν θα μπορούσα να το έχω στα χέρια μου.
Χίλια ευχαριστώ στην Χαρά που μου το έστειλε. Θενξ!:-)
Και μερικά αποσπάσματα, όχι απαραίτητα τα καλύτερα (τα πιο καλά τα κρατάω κρυφά, να μη χαλάσω την απόλαυση σ' όσους θελήσουν να τ' ανακαλύψουν), έτσι, για την γεύση;-) :
“…Κάποτε μας έκαναν δώρο αυτόν τον καθρέφτη και, από ευγένεια απέναντι στον δωρητή, δεν μπορέσαμε να τ’ αρνηθούμε. Αλλά κανείς από μας δεν ήθελε να κοιτάξει μέσα του, επειδή κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε ματαιοδοξία απέναντι στο σώμα μας ή σε τρόμο απέναντι σε κάποιο ελάττωμά μας και έτσι να ζούμε με το φόβο ότι οι άλλοι θα μας περιφρονήσουν. Ίσως μια μέρα να μπορέσεις να δεις σ’ αυτόν τον καθρέφτη αυτό που αναζητάς…”
“… «Μα αν όλοι ήταν σαν εσάς, δεν θα διασχίζαμε τις θάλασσες, δεν θα καλλιεργούσαμε τη γη, δεν θα δημιουργούνταν τα μεγάλα βασίλεια που φέρνουν τάξη και μεγαλείο στην άθλια αταξία των επίγειων πραγμάτων.» Ο γέροντας απάντησε: «Το καθένα απ’ αυτά τα πράγματα είναι ασφαλώς μια τύχη, αλλά τύχη που χτίστηκε στην ατυχία κάποιων άλλων κι εμείς αυτό δεν το θέλουμε.»…”
“…αλλά αναγκάστηκα να του εξηγήσω τι είναι τα καράβια: ψάρια από ξύλο που διασχίζουν τα νερά, κουνώντας τα λευκά φτερά τους…”
“…Τι νιώθω τώρα; Θλίψη για το τέλος της αναζήτησής μου ή χαρά για την κατάκτηση που δεν μου αξίζει;…Μ’ αγαπάς κι αυτό αρκεί. Μήπως δεν είναι αυτό που πάντα ήθελα, ακόμα κι αν απομάκρυνα τη σκέψη από φόβο μήπως συμβεί; Ή αυτό που δεν ήθελα από φόβο ότι δεν θα ‘ναι όπως είχα ελπίσει;…”
Το Μπαουντολίνο του Ουμπέρτο Έκο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Ελληνικά Γράμματα”, σε μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη.